.

.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Όταν οι ταξιτζήδες χρωστάνε της Μιχαλούς


Τις προάλλες χρειάστηκα να πάρω ταξί για να πάω σε μια δουλειά και κατά την διάρκεια της διαδρομής έπιασα κουβέντα με τον οδηγό. Μου έλεγε πόσο έχει επηρεαστεί ο κλάδος τους από την κρίση των τελευταίων 4-5 ετών και πως ορισμένοι επαγγελματίες έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο οικονομικά καθώς προέβησαν σε αγορά άδειας ταξί πρίν την κρίση, όταν η τιμή της ήταν στο ζενίτ ( κοντά 200.000 Ευρώ) την στιγμή που σήμερα έχει πέσει κατά 70%. Πρίν την κρίση, με τα λεφτά που έβγαζε, ένας οδηγός ταξί μπορούσε να συντηρεί και ένα και δύο δάνεια. Με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα κάτι τέτοιο είναι από πολύ δύσκολο εως αδύνατο για την πλειοψηφία των οδηγών. Η κατάσταση γίνεται ακόμα δυσκολότερη αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των οδηγών ταξί δουλεύει με μισθωμένο αμάξι, καθώς οι ίδιοι δεν έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν το δικό τους ( σαφώς ορισμένοι συνειδητά επιλέγουν το νοίκι από την αγορά δικού τους). Με ένα ημερήσιο νοίκι κατά μέσο όρο στα 45 Ευρώ, οι οδηγοί ξεκινούν την βάρδια τους με -40 Ευρώ είσπραξη. Αν συνυπολογίσουμε το καύσιμο,το ΦΠΑ αλλά και την ασφάλιση που πρέπει να πληρώσει υποχρεωτικά ο οδηγός, τότε το ποσό ανεβαίνει κοντά στα -80 Ευρώ. Τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα για τους ιδιοκτήτες ταξί, αφού αφενός δουλεύουν όσο θέλουν δίχως να έχουν το άγχος να βγάλουν μεροκάματο συγκεκριμένες ώρες, αφετέρου έχουν την δυνατότητα να το εκμισθώσουν ολικώς ή εν μέρει, αναλόγως του πόσο θέλουν και χρειάζονται να το δουλέψουν και οι ίδιοι. Η αλήθεια πάντως είναι ότι για όλους τους οδηγούς ταξί, το μεροκάματο απαιτεί- πλέον- τουλάχιστον 12 ώρες περιπλάνησης στους δρόμους για να βγεί.

[Ο οδηγός με τον οποίο συνομίλησα θυμάμαι χρησιμοποίησε αρκετές φορές την φράση '' Χρωστάει της Μιχαλούς''. Την συγκεκριμένη φράση αν και την είχα ακούσει πολλές φορές στο παρελθόν, ποτέ δεν είχα μπει στον κόπο να ψάξω πως προέκυψε. Μετά από μια σύντομη έρευνα, έμαθα πως βγήκε και σας μεταφέρω την γνώση:

Τον πρώτο καιρό της άφιξης του Όθωνα, του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας, πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους ήταν το Ναύπλιο. Τα οικονομικά της χώρας ήταν σε άθλια κατάσταση και οι δημόσιοι υπάλληλοι στο Ναύπλιο έτρωγαν επί πιστώσει στα μικρά ταβερνάκια της πόλης. Ανάμεσα σε πολλές ταβέρνες ήταν κι εκείνη της Μιχαλούς. Η ιδιοκτήτρια ήταν πολύ πονηρή κι έτσι, όσοι έτρωγαν με πίστωση στο μαγαζί της, χρεώνονταν δυο και τρείς φορές απάνω την αξία του γεύματος τους. Γι'αυτό και ελάχιστοι πήγαιναν να φάνε στην ταβέρνα της κυρίας Μιχαλούς. Η υπερχρέωση έγινε γρήγορα γνωστή και μόνο ένας τρελός θα πήγαινε για φαϊ εκεί, αφού ήταν σίγουρο ότι μετά θα χρωστούσε υπέρογκα ποσά. Σήμερα λοιπόν λέμε τη φράση αυτή για κάποιον που χρωστάει πάρα πολλά χρήματα, μετά συνήθως από κακές ( ή τρελές ) οικονομικές επιλογές.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου